απούφου = τελειώνω, φεύγω
αριβάρω = φτάνω
αρμάρι = το ντουλάπι
ασκώνομαι = σηκώνομαι
άστα = σηκώσου, σήκω
αστάκι = καλαμπόκι
άχαρος = ο κακομοίρης
Β
βέστα = φόρεμα
βιάτζο = διαδρομή
βουρλίζομαι = τρελαίνομαι
Γ
γατσουλίνι = γατάκι
γκόνω = χορταίνω απότομα
γοδέρω = δοκιμάζω, απολαμβάνω, χαίρομαι
γούλος = πέτρα
γουλί = χαλίκι
γράβαλος, γράβαλο = η τσουγκράνα
Δ
δείλια = εξάντληση από κούραση, πείνα, λειγούρα
δεσπέτο = πείσμα
Ε
έτο = νάτο
έτονε = νάτος
έτηνε = νάτη
Ζ
ζάμπα = φρύνος, βάτραχος, χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει τον άσχημο άνθρωπο
Ι
ιμπένιο = έννοια
ιντερέσο = κέρδος, ενδιαφέρον
ισόμα = τέλος πάντων
Κ
κάζο = συμβάν, λαχτάρα
καναλέτο = αποχετευτικός αγωγός, σωλήνας, ο υπόνομος
κατοικιά = καλύβα στα μακρινά χτήματα
κεντρωμάδα = η κεντρωμένη ελιά
κογιονάρω = κοροϊδεύω
κολόμπα = ελιά γέρικη
κόρλακας, κάρλακας = βάτραχος
κουτσέλι, κουλούκι = σκυλάκι, κουτάβι
κοφίνι = το καλάθι
κραμπί = λάχανο
κρένω = απαντώ
Λ
λαμπάντε = διαυγής, αθώος
λάτα = ο τενεκές
λιμοκοντόρος = ο πεινασμένος πού περνιέται γιά ότι είναι σπουδαίος, ο άφραγκος
λιμπρέτο = μισόκλειστα πατζούρια
Μ
μανέστρα = τά ζυμαρικά, αλλά και η σούπα με ζυμαρικά
μάντολες = καραμελωμένα αμύγδαλα
μαρέντα = το κολατσιό
μαρκάς = αγορά, έτσι ονομαζόταν η κεντρική αγορά που υπήρχε στο παλιό λιμάνι στην περιοχή σπηλιά και καταστράφηκε από βομβαρδισμούς
μαρκάντες = ο έμπορος
μαστέλο = μεγάλη μεταλλική κυλινδρική σκάφη πλυσίματος που χρησιμοποιούσαν οι νοικοκυρές για να πλένουν τα ρούχα
μίκανος = μανιτάρι
μίνα = υπόγεια σύραγγα (στην πόλη της κέρκυρας είχαν κατασκευαστεί για να ενώνουν τα φρούρια μεταξύ τους)
μιτζιβίρης = ο τσιγκούνης
μιτσό = μικρό, χρησιμοποιείται εννοώντας και το μικρό παιδί
μόμολα, μόμολος = πίθηκος
μορόζος = ο αγαπημένος, εραστής, αγαπητικός (συνήθως παράνομου δεσμού)
μόστακας = ακρίδα
μπαλαούστρο= κουπαστή της σκάλας
μπανιερό = μαγιό
μπερτουέλες = μεντεσέδες
μποκολέτες = σκουλαρίκια
μπομπόλοι = τα σαλιγκάρια
μπότης = στάμνα με στενό άνοιγμα
μπουκαλέτο, μπουκαλίνα = η γυάλινη κανάτα
μπουτσούνι = ένα κομματάκι, λίγο
μπουρνέλα = δαμάσκηνο
μπριχού = προτού
μπροστομούνι, μπροστομούνα = η ποδιά
Ν
ναίσκε = ναι
νέσπολα, νόσπολα = το μούσμουλο
νιάκα = ούτε
νιοράντες = φιγουρατζής, επιδεικτικός, ψωροπερήφανος
νογάω = καταλαβαίνω
νόννα = γιαγιά
νούνα = νονά
ντελέγκου = αμέσως
ντένω = μπλέκομαι, μπερδεύομαι
Ξ
ξέστα = μεγάλο πήλινο δοχείο αποθήκευσης
Ο
όναισκε = όχι
οριά = μέτρο
όθε = όπου
Π
παρτσινέβελος = το αφεντικό, ο νοικοκύρης
παστρεύω = καθαρίζω
παυλοσουκιά = η φραγκοσυκιά
περατζάδα = βόλτα, περίπατος
περγουλιά = η κληματαριά
πετεγολέτσι = κουτσομπολιό
πόβερος = φτωχός
ποδένομαι = βάζω τα παπούτσια
ποδέσου = βάλε τα παπούτσια σου
πομιντόρο, κομιντόρο = η ντομάτα
πόντα = κρύο
ποντάρω = συναχώνομαι
ποντίγιο, ποντήλιο = το πείσμα
πορτόνι = καγκελόπορτα, εξωτερική πόρτα αυλής
πρεμούρα = βιασύνη, εξαναγκασμός
προβατώ = περπατώ
προκάνω = προλαβαίνω
Ρ
ρεντίκολο = ρεζίλι, γελείος
Σ
σέστο = νοικοκύρεμα (τρόπος)
σεστάδο = σωστά τοποθετημένο, ταχτοποιημένο
σιάδι = επίπεδο μέρος
σίκλος, σίσκλος = ο κουβάς, συνήθως είναι μεταλλικός και χρησιμοποιείται για την άντληση νερού από πηγάδι
σκαμνιά, σκαμυνιά = μουριά
σκαρτσούνια = οι κάλτσες
σκαφόνι, σκαφώνι = μεγαλο ξύλινο βαρέλι
σκουτί = ρούχο
σούγο = η σάλτσα, το ζουμί του φαγητού
συφταίνω = αξιώνομαι, καταφέρνω
σφαλάγκι = η αράχνη
σφαλαγκονιά = ο ιστός τής αράχνης
σφαλιά = λόγγος, τσουκνίδες
σφάλι, σφαλί = πώμα, σκέπασμα
σφαλίζω = κλείνω καλά, ερμητικά
σωφεγκιάζω = δοκιμάζω στη γεύση, ανοίγω μία νέα συσκευασία
Τ
τζία = η θεία
τζίος = ο θείος
τζόγια = χαρά, χρησιμοποιείται ως χαϊδευτικό "τζόγια μου"
τότσο = τόσο λίγο
τρίβουλο = το ψίχουλο
τσαμένος = καϋμένος
τσαντσαμίνι = γιασεμί
τσάτσα = η θεία
τσερβέλο = το κεφάλι, το μυαλό
τσοπαίνω = σιωπώ
τσούτσα = πιπίλα, χρησιμοποιείται μεταφορικά για την κατανάλωση αλκοόλ
Φ
φαλιραμέντο = χρεοκοπία
φανέστρα = το παράθυρο
φελάω = αξίζω, έχω προσόντα
φορτίκι = γαϊδούρι
φόσα = τάφρος (κόντρα φόσα ονομάζεται η τάφρος στην είσοδο του παλαιού φρουρίου)
φρατέλο = αδελφός
φροκάλι = η σκούπα, συνήθως ήταν χειροποίητη από ξερά κλαδιά
Χ
χαλεύω = ζητάω, ψάχνω
χιμονικό = καρπούζι
χόλεμα = θυμός
χολεύομαι = νευριάζω, θυμώνω
Ψ
ψυχρώνομαι = συναχώνομαι
Ω
ωγνίστρα = η γωνιά μέ τήν φωτιά, το τζάκι
|